Μέχρι πριν από 100 χρόνια, ή και πριν από λίγα χρόνια σε ορισμένες περιοχές, το πόσιμο νερό προερχόταν από πηγάδια και πηγές. Σε ορισμένες χώρες ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει πρόσβαση του πληθυσμού σε σταθερή βάση σε πόσιμο νερό. ήμερα, βέβαια, όταν μιλάμε για πόσιμο νερό το μυαλό μας πηγαίνει είτε στη βρύση που τρέχει νερό, είτε σε ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. Από πού όμως παίρνουμε το νερό που φτάνει στη βρύση μας;

Παλιότερα, αρκούσε μια γεώτρηση ή το άνοιγμα ενός πηγαδιού για να προμηθευτούν οι άνθρωποι το νερό που έπιναν. Φυσικές πηγές ή υπόγεια νερά σε καλή κατάσταση προμήθευαν πόλεις και χωριά με πόσιμο νερό. Ένα συνηθισμένο επάγγελμα ήταν αυτό του νερουλά, που γυρνούσε με ένα κάρο φορτωμένο με δοχεία (σταμνιά) με νερό στις γειτονιές.

Σήμερα, το επάγγελμα αυτό επιβιώνει σε περιοχές που διαθέτουν ακατάλληλη ποιότητα ή μη επαρκή ποσότητα νερού: σε άλλες περιοχές (π.χ. Κόρινθος) γυρνάνε στις γειτονιές βυτία που πουλάνε πόσιμο νερό, ενώ σε πολλά νησιά των Κυκλάδων  και των Δωδεκανήσων ειδικά σκάφη-μαούνες μεταφέρουν πόσιμο νερό για τους κατοίκους και τους τουρίστες.

Το νερό που χρησιμοποιούμε καθημερινά διαφέρει από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή: Σήμερα πίνουμε ή χρησιμοποιούμε καθημερινά για μαγείρεμα δύο έως τρία λίτρα νερού κατ' άτομο. Περίπου 145 λίτρα καταναλώνονται καθημερινά στην τουαλέτα, το μπάνιο, την περιποίηση του σώματος, το πλύσιμο ρούχων ή πιάτων, την καθαριότητα του σπιτιού και το πότισμα των λουλουδιών.

Σύγχρονες τεχνικές

Τα τελευταία χρόνια ποτάμια, λίμνες και υπόγεια νερά δεσμεύονται, συνήθως, σε πολύ μεγάλες αποστάσεις, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες των κατοίκων των πόλεων ή των γεωργικών δραστηριοτήτων. Κατασκευάζονται φράγματα ή λιμνοδεξαμενές για τη συγκέντρωση του νερού της βροχής και τη διανομή του στη συνέχεια στους χρήστες (γεωργία, κατοικίες, τουρισμός κ.ά.), αν και εγκαταλείπονται –αντί να γενικεύονται - πιο σοφές, παραδοσιακές τεχνικές, όπως η εξοικονόμηση νερού και οι δεξαμενές ή στέρνες σε κατοικίες και αγροκτήματα για συγκέντρωση και απευθείας χρήση νερού της βροχής.

Μια τεχνική που βασίζεται στην αξιοποίηση από τον άνθρωπο των γνώσεων από τις λειτουργίες της φύσης είναι αυτή της κατασκευής μέσα στην κοίτη χειμάρρων μικρών φραγμάτων ανάσχεσης της ροής των νερών της βροχής, ώστε να εμπλουτίζεται ο υδροφόρος ορίζοντας και να ανανεώνονται τα υπόγεια αποθέματα νερού.Ορισμένες παράκτιες περιοχές επενδύουν στην αφαλάτωση είτε θαλασσινού νερού είτε υφάλμυρων υπόγειων νερών, αν και χωρίς εφαρμογή Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά ενεργοβόρο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις το νερό που χρησιμοποιούμε μπορεί να προέρχεται από επιφανειακά νερά, ποτάμια ή λίμνες. Σε αυτές τις περιπτώσεις η επεξεργασία του είναι πιο εύκολη, εφόσον, όμως, εκπληρώνονται μερικές προϋποθέσεις: δεν καταλήγουν στα νερά αυτά απόβλητα ή λύματα, δεν κυκλοφορούν σε αυτά μηχανοκίνητα σκάφη, δεν χρησιμοποιούνται για κολύμβηση κ.ά.Οικιακή χρήσηΗ οικιακή χρήση νερού σχετίζεται με την ποσότητα νερού που δεσμεύεται για να χρησιμοποιηθεί από τους πληθυσμούς στις πόλεις, τις κωμοπόλεις, και τις επιχειρήσεις παροχής δημόσιων υπηρεσιών.

Αν και το νερό είναι ένας περιορισμένος φυσικός πόρος ζωτικής σημασίας για την επιβίωση όλων μας, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι πρόσβαση και ίσα δικαιώματα σε αυτό. Όπως συμβαίνει και με τόσους άλλους πολύτιμους φυσικούς πόρους, ο αναπτυγμένος κόσμος τούς εκμεταλλεύεται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, για να μπορεί να συνεχίσει να καταναλώνει, ενώ ο αναπτυσσόμενος κόσμος παλεύει για την επιβίωση του.

Σύμφωνα με  πρόσφατη έκθεση  της UNESCO:

• Οι άνθρωποι στις αναπτυγμένες χώρες καταναλώνουν καθημερινά κατά μέσον όρο περίπου 10 φορές περισσότερο νερό από εκείνους στις αναπτυσσόμενες χώρες. Υπολογίζεται ότι ο μέσος καταναλωτής των αναπτυγμένων χωρών χρησιμοποιεί άμεσα ή έμμεσα 500-800 λίτρα ανά ημέρα (300μ3 ετησίως), έναντι των 60-150 λίτρων ανά ημέρα (20μ3 ετησίως) των αναπτυσσόμενων χωρών.

• Στις μεγάλες πόλεις με κεντρικό σύστημα παροχής νερού και αποδοτικό σύστημα διοχέτευσης, η οικιακή κατανάλωση δεν ξεπερνά συνήθως το 5-10% της συνολικής κατανάλωσης νερού.

• Η κατανάλωση νερού στις μεγάλες πόλεις υπολογίζεται σε 300-600 λίτρα ανά άτομο ανά ημέρα, ενώ στις μικρές πόλεις σε 100-150 λίτρα.

• Στις αναπτυσσόμενες χώρες στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική, η δημόσια κατανάλωση νερού αντιπροσωπεύει 50-100 λίτρα ανά άτομο ανά ημέρα. Σε περιοχές με ανεπαρκείς υδάτινους πόρους, αυτός ο αριθμός μπορεί να μην ξεπερνάει τα 10-40 λίτρα ανά ημέρα.

Όσο ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο αλλάζουν και οι χρήσεις και οι απαιτήσεις του κόσμου για νερό. Αυτό αποδεικνύεται κυρίως με την συνεχώς αυξανόμενη οικιακή χρήση νερού, ιδιαίτερα για την προσωπική υγιεινή. Το αποτέλεσμα είναι ότι  μεγάλο μέρος της αστικής κατανάλωσης νερού είναι για την οικιακή χρήση. Η τάση αυτή αλλάζει μόνο όπου οι συνειδητοποιημένοι πολίτες –όπως και στο θέμα των σκουπιδιών – περιορίζουν τη σπατάλη και επιτυγχάνουν μείωση της κατανάλωσης νερού.

Στην Ελλάδα, στον οικιακό τομέα αντιστοιχεί το 10% της κατανάλωσης νερού. Το 90% των ελληνικών νοικοκυριών έχουν σήμερα πρόσβαση σε δίκτυο ύδρευσης, έναντι 30% τη δεκαετία του '50.  Η χρήση νερού για ύδρευση έχει αυξηθεί κατά 45% σε σχέση με το 1980 και η αυξητική τάση διατηρείται. Η μεγαλύτερη αστική ζήτηση παρατηρείται στην Αττική, όπου οι απώλειες από διαρροές (δίκτυο, κατοικίες κα) αντιστοιχούν στο 10-40% του μεταφερόμενου νερού.

Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΝΕΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ 1990 - 2004 ΣΕ ΚΥΒΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
  • 1990    320.000.000
  • 1991    340.000.000
  • 1992    265.000.000
  • 1993    250.000.000
  • 1994    280.000.000
  • 1995    310.000.000
  • 1996    307.431.950
  • 1997    319.427.130
  • 1998    339.675.490
  • 1999    357.003.054
  • 2000    385.855.874
  • 2001    400.558.220
  • 2002    416.080.430
  • 2003    399.220.304
  • 2004    405.434.701

Στον πίνακα φαίνονται οι συνολικές καταναλώσεις νερού για τα έτη 1990-2004, με την επισήμανση ότι οι καταναλώσεις αναφέρονται σε μέτρηση στις εξόδους των διυλιστηρίων και όχι στην τιμολογημένη κατανάλωση, που σημαίνει ότι συμπεριλαμβάνονται και οι απώλειες / διαρροές του δικτύου διανομής του νερού.

Η συνολική κατανάλωση νερού στην Αττική αυξάνεται σταθερά σε σχέση με το έτος αναφοράς (1990): η συνολική κατανάλωση το 2004 ήταν αυξημένη κατά 27% περίπου σε σχέση με το 1990, αλλά κατά 62% σε σχέση με το 1993, έτος όπου επιτεύχθηκε σημαντική μείωση της κατανάλωσης. Η εξοικονόμηση έφθασε, το 1993, το 26,5% της κατανάλωσης του 1991, ως αποτέλεσμα της καμπάνιας ευαισθητοποίησης και της πληροφόρησης που αναπτύχθηκε το 1992-1993, χρονιές που τα αποθέματα νερού μειώθηκαν ιδιαίτερα και η Αττική αντιμετώπισε το φάσμα της λειψυδρίας.

Η κατανάλωση του νερού έφτασε ξανά στο επίπεδο του 1991 το 1997, τέσσερα χρόνια μετά τη διακοπή της εκστρατείας ενημέρωσης του κοινού για την αναγκαιότητα εξοικονόμησης νερού. Μετά το 1997 έχουμε μια συνεχή αύξηση της κατανάλωσης νερού της τάξης του 5-8% ετησίως. Μια σειρά έργων  (φράγμα Μαραθώνα, δέσμευση νερών λίμνης Υλίκης καθώς και ποταμών Μόρνου και Εύηνου) μπορούν να φέρνουν σήμερα στην Αττική 600.000.000 κυβικά μέτρα νερού το χρόνο. Όμως, τα έργα αυτά επαρκούν για να καλύπτουν τις ανάγκες της Αττικής μόνο μέχρι το 2030, αν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις κατανάλωσης νερού.