Οι χρήσεις του νερού στην Ελλάδα παρουσιάζουν μια μη ισορροπημένη εικόνα ανάπτυξης, καθώς η αγροτική χρήση κατέχει την μερίδα του λέοντος με ποσοστό 86% από το οποίο το 96% χρησιμοποιείται για άρδευση και από αυτό το 80% χάνεται σε απώλειες από τον υδρολογικό κύκλο της κάθε περιοχής.Επιπλέον η αστική χρήση ανέρχεται στο 11% της συνολικής ζήτησης, η βιομηχανική στο 2% και η ενεργειακή στο 1% της συνολικής ζήτησης νερού στη χώρα.

Για την αγροτική ζήτηση τα μεγαλύτερα μερίδια έχουν οι περιοχές της Θεσσαλίας (25,1%), της Ανατολικής Στερεάς (12,5%)  και της Κεντρικής Μακεδονίας (10.5%), ενώ για την αστική χρήση, που το μεγαλύτερο ποσοστό της πηγαίνει στην ύδρευση, είναι φανερός ο έντονος «υδροκεφαλισμός» των μεγάλων αστικών κέντρων με την Αττική να κατέχει το 37.1%, ζήτηση υπερτριπλάσια αυτής της Κεντρικής Μακεδονίας (10,5%).

Οι ανατολικές περιοχές της χωράς, τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη είναι περιοχές ιδιαίτερα προβληματικές από πλευράς φυσικού εμπλουτισμού. Βιώνουν καταστροφικές πλημμύρες το χειμώνα και ξηρασίες το καλοκαίρι.

Η αγροτική ζήτηση καλύπτει ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό της τάξεως του 86%,   γεγονός που περιορίζει πολύ τα διαθέσιμα και δρα ανασταλτικά σε κάθε ορθή πρακτική για την διαχείριση και οικονομία του νερού.

Οι μεγάλοι χρήστες νερού (αγροτική, αστική) βρίσκονται κυρίως στις ανατολικές     περιοχές της χώρας που μειονεκτούν από πλευράς φυσικού εμπλουτισμού. Ιδιαίτερα στη Θεσσαλία για την αγροτική χρήση και στην Αττική για την αστική, δημιουργούν σχεδόν μόνιμες συνθήκες λειψυδρίας, δηλαδή διαρκούς επικινδυνότητας έλλειψης νερού και μη κάλυψης της ζήτησης.

Η κλιματική αλλαγή έχει σημαντικές επιπτώσεις στους υδατικούς πόρους, στα έργα αξιοποίησης και στη διαχείρισή τους.

Η πληθώρα αρμόδιων αρχών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο στο τομέα του νερού δεν επιτρέπει συνολική θεώρηση, η οποία είναι απαραίτητη για να συνδεθούν οι υδατικοί πόροι με τα έργα αξιοποίησης και με τις χρήσεις τους, χωρίς αντικρουόμενες επιμέρους αποφάσεις και ενέργειες.